Τηλ.: 2610 994479, 2613 603969, 6932480650

Ρίο, 26504, Αχαΐα, Ελλάδα Τοποθεσία

Λαπαροσκοπική Επινεφριδιεκτομή

Λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή

Εισαγωγή

Επινεφρίδιο ονομάζεται ο ενδοκρινής αδένας που εντοπίζεται κεφαλικά του άνω πόλου κάθε νεφρού και εκκρίνει σειρά ορμονών απαραίτητων για τον άνθρωπο.

Από την μυελώδη μοίρα κάθε επινεφριδίου παράγεται αδρεναλίνη και νοραδρεναλίνη, ορμόνες σημαντικές για τη ρύθμιση του νευρικού συστήματος, ενώ από τη φλοιώδη μοίρα παράγονται αλατοκορτικοειδή (αλδοστερόνη), γλυκοκορτικοειδή (κορτιζόλη, κορτιζόνη, κορτικοστερόνη) και ανδρογόνα, ορμόνες απαραίτητες στην ρύθμιση της ομοιόστασης και της ανοσοποιητικής αντίδρασης. Τα επινεφρίδια είναι δυνατόν να αποτελέσουν περιοχή ανάπτυξης αδενωμάτων (καλοήθων όγκων) καθώς και κακοήθων όγκων. Τα αδενώματα των επινεφριδίων είναι καλοήθεις όγκοι που δεν κάνουν μεταστάσεις σε άλλους ιστούς. Δεδομένης όμως της ιδιότητας των περισσότερων αδενωμάτων να υπερπαράγουν ορμόνες είναι δυνατόν να δημιουργήσουν ορμονική ανισορροπία στον ασθενή με σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία του. Αντιθέτως, οι κακοήθεις όγκοι των επινεφριδίων αποτελούν μία σπάνια, αλλά εξαιρετικά επιθετική μορφή καρκίνου. Εϊτε ο όγκος είναι καλοήθης είτε είναι κακοήθης μπορεί να παράγει ορμόνες που να προκαλούν διάφορες εκδηλώσεις. Επινεφριδιεκτομή ονομάζεται η χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης ενός επινεφριδίου.

Διάγνωση

Οι όγκοι των επινεφριδίων πολύ συχνά αναγνωρίζονται στα πλαίσια διερεύνσης για νοσήματα που σχετίζονται με τη διαταραχή των ορμονών που αναφέρθηκαν παραπάνω. Επίσης, αναγνωρίζονται τυχαία κατά την πραγματοποήση κάποιας αξονικής τομογραφίας (ή υπερηχογαφήματος) για την διερεύνηση κάποιου άλλου προβλήματος υγείας. Η αξονική τομογραφία κοιλίας αποτελεί σημαντικό διαγνωστικό εργαλείο για τους ογκους του επινεφριδίου.

Ενδείξεις λαπαροσκοπικής επινεφριδιεκτομής

Η λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή θεωρείται σήμερα η επέμβαση εκλογής για την αφαίρεση λειτουργικών επινεφριδιακών αδενωμάτων όπως λειτουργικών αλδοστερωνομάτων, σύνδρομο Cushing, φαιοχρωμοκύτωμα, καθώς και μη λειτουργικών επινεφριδιακών όγκων όπως γαγγλιονευρωμάτων, μη λειτουργιών αδενωμάτων, μυελολιπωμάτων και απλών κύστεων. Παράλληλα, η λαπαροσκοπική προσέγγιση ενδείκνυται στην αντιμετώπιση όγκων ύποπτων για κακοήθεια καθώς και δευτεροπαθών μεταστάσεων στο επινεφρίδιο από εξω-επινεφριδιακούς όγκους. Στην περίπτωση της προεγχειρητικά αναγνωρισμένης κακοήθειας του επινεφριδιακού όγκου, η λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή ενδείκνυται μόνο σε πολύ επιλεγμένες περιπτώσεις λόγω του κινδύνου τοπικής διασποράς του όγκου και τοπικής υποτροπής.

Πλεονεκτήματα λαπαροσκοπικής επινεφριδεκτομής -Μετεγχειρητική πορεία

Ο κυριότερος λόγος που η λαπαροσκοπική προσέγγιση στην επινεφριδιεκτομή θεωρείται η θεραπεία εκλογής, είναι η σημαντικά μειωμένη νοσηρότητα σε σύγκριση με την ανοιχτή χειρουργική εξαίρεση. Για την πρόσβαση στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο απαιτούνται 3 τομές 1-1,5 εκ στην κοιλιακή (διαπεριτοναϊκή προσέγγιση) ή στην πλάγια οσφυϊκή (οπισθοπεριτοναϊκή προσέγγιση) χώρα. Ο χειρουργικός χρόνος είναι περί την μία ώρα και οι διεγχειρητική απώλεια αίματος είναι ελάχιστη. Ο όγκος αφαιρείται στο τέλος του χειρουργείου διαμέσου μια απο τις τομές. Ο ασθενής μπορεί να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να σιτιστεί την πρώτη μετεγχειρητική ημέρα και εξέρχεται από το νοσοκομείο την 2η ημέρα μετά το χειρουργείο. Μετά από 10 ημέρες ο ασθενής μπορεί να επανέλθει στην προ χειρουργείου δραστηριότητά του. Το αισθητικό αποτέλεσμα θεωρείται άριστο.

Επιπλοκές

Οι επιπλοκές της λαπαροσκοπικής επινεφριδιεκτομής μπορούν να διακριθούν σε χειρουργικές και ενδοκρινικές. Στην πρώτη περίπτωση η κυριότερη επιπλοκή είναι η διεγχειρητική αιμορραγία η οποία αν δεν καταστεί δυνατόν να ελεγχθεί λαπαροσκοπικά μπορεί και να απαιτήσει τη χρήση ανοικτής χειρουργικής τεχνικής για την επίτευξη αιμόστασης. Η διεγχειρητική αιμορραγία καθώς και ο τραυματισμός παρακείμενων οργάνων είναι επιπλοκές που καθίστανται σπάνιες όταν η επέμβαση επιτελείται σε εξειδικευμένο κέντρο με μεγάλη εμπειρία. Οι ορμονικές επιπλοκές που σχετίχονται με την επινεφριδιεκτομή δεν διαφέρουν μεταξύ ανοικτής και λαπαροσκοπικής προσέγγισης και μπορεί να οφίλονται είτε στη διεγχειρητική απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων ορμονών στην κυκλοφορία κατά το χειρουργικό χειρισμό είτε σε μετεγχειρητική επινεφριδιακή ανεπάρκεια συνεπεία της αφαίρεσης του αδένα. Η σωστή προεγχειρητική προετοιμασία και μετεγχειρητική εκτίμηση του ασθενούς από έμπειρη ενδοκρινολογική ομάδα καθώς και οι προσεκτικοί χειρουργικοί χειρισμοί έχουν καταστήσει σπάνιες τις επιπλοκές αυτές.